Έγραψαν

Η Μαρίλια Παπαθανασίου στο The Book's Journal για το “Έχω όλους τους δίσκους τους”

23.04.2015

Εν αρχή ην το ροκ

Πώς θα σας φαινόταν ένα μυθιστόρημα στο οποίο εμφανίζεται ο Παύλος Σιδηρόπουλος σαν Χριστός, να δίνει στους μαθητές του την εξής συμβουλή: «Εσείς θα συνεχίσετε το έργο μου, θα κρατήσετε ζωντανή τη μουσική μας αποκρούοντας τις επιθέσεις του προγκρέσιβ, της αμερικάνα, του ελέκτρο, του Μαχαιρίτσα κ.λπ.»; Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε.

Στη χρεοκοπημένη Ελλάδα του 2014, η υπόθεση «ροκ μουσική» δεν αφορά πολλούς, και σίγουρα πολύ λιγότερους από όσους αφορούσε παλιότερα. Η τεχνολογία άλλαξε τη μουσική, εξαφάνισε τη δισκογραφία, αποθέωσε το μάρκετινγκ. Αποτέλεσμα: ο ορισμός του ροκ έχει αλλάξει, παρεξηγήθηκε, χειραγωγήθηκε, κακόπαθε. Στον ρυθμικό πολτό της εποχής, ο καθείς δίνει στη μουσική του προτίμηση όποιο χαρακτηρισμό θέλει. Άφοβα και χωρίς συνέπειες. Όσοι αγαπούν το ροκ, με τον τρόπο που αυτή η μουσική αγαπήθηκε παλιότερα, έχουν λιγοστέψει. Σκεφτείτε τώρα, πόσο λιγότεροι είναι εκείνοι που εξακολουθούν να έχουν πάθος με την εναλλακτική ροκ μουσική της δεκαετίας του 1980. Και πόση απήχηση μπορεί να έχει ο ήρωας ενός μυθιστορήματος που ασχολείται, σχεδόν εμμονικά, με τη συγκεκριμένη μουσική.

Και όμως. Ο Σίμος Μπάνσης, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος Έχω όλους τους δίσκους τους, του Μπάμπη Αργυρίου, είναι από τους πιο ενδιαφέροντες και πνευματώδεις χαρακτήρες της ελληνικής λογοτεχνίας των τελευταίων πολλών χρόνων. Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα του Σερραίου την καταγωγή αλλά πολιτογραφημένου Θεσσαλονικιού, Μπάμπη Αργυρίου. Ενός μυθιστορήματος που, κατά το συγγραφέα του, καθυστέρησε, εξαιτίας της ενασχόλησής του με το Ράδιο Free, το Rollin Under Fanzine, τη Lazy Dog Records, το mic.gr. Κοντολογίς, ο Αργυρίου έζησε και ζει με τη μουσική και ευλόγως γράφει, λογοτεχνία πλέον, με επίκεντρο το αντικείμενο της ζωής του.

Ο Σίμος Μπάνσης, ο ήρωάς του, ζει στη Θεσσαλονίκη του 2013. Κοντεύει τα 40, αλλά δεν έχει βάλει τη ζωή του σε τάξη. Άνεργος, ζει καταχρώμενος την αγάπη της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας. Έχει όμως πολλά όνειρα, ενώ λατρεύει τη μουσική και τον κινηματογράφο. Η αισιοδοξία και το χιούμορ του είναι αστείρευτα, τα λογοπαίγνιά του ανεξάντλητα. Προτού η κρίση χτυπήσει για τα καλά την πόρτα του, ο Σίμος απέρριπτε δουλειές που ένιωθε ότι δεν τού άρμοζαν. Όταν όμως τα πράγματα ζορίζουν, δέχεται να δουλέψει ως νυχτερινός συνομιλητής ανθρώπων που ψάχνουν να πουν τον πόνο τους. Και επειδή δεν μπορούν να βρουν «ψυχομάγαζο» βραδιάτικα, προτιμούν την άνεση του καναπέ και της τηλεφωνικής γραμμής.

Μέντορας του Σίμου είναι ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Στέφανος, παλιός ραδιοπειρατής και λάτρης του ροκ, που μύησε τον «μικρό» στα μουσικά του γούστα. Ο Στέφανος, που έζησε τη δεκαετία του 1980 από πρώτο χέρι, εποχή που οι μουσικόφιλοι αποτελούσαν μια κοινότητα και όπου η μουσική βιομηχανία δεν προσπαθούσε να δημιουργεί νέα είδωλα κάθε έξι μήνες, ζει στη Ζαγορά του Πηλίου. Ο Σίμος τον λατρεύει, θεωρεί τα λόγια του ευαγγέλιο και τηρεί ευλαβικά τις 30 εντολές του Στέφανου για τη μουσική (η τέταρτη εξ αυτών λέει: «μην αφιερώνεις χρόνο στους crooners. Το κοινό τους βρίσκεται στα καζίνα. Άκου Τζένη Βάνου καλύτερα» (σ. 110).

Το 2013 προδιαγράφεται καλό για τον ήρωα γιατί, εκτός από δουλειά, εξασφαλίζει και εκπομπή σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό. Αμισθί, όπως πολλοί στην Ελλάδα της κρίσης, όπου η δωρεάν εργασία θεωρείται σε πολλές περιπτώσεις περίπου δεδομένη. Με χιούμορ ο Σίμος αναφέρει:

Ο ιδιοκτήτης του σταθμού δεν έκανε νύξη περί αμοιβής μου και μου φάνηκε φυσιολογικό. Οι άνθρωποι του ραδιοφώνου είναι ταγμένοι στο λειτούργημά τους και αηδιάζουν με οτιδήποτε δεν είναι ιδέα, όπως για παράδειγμα, τα γεμάτα μικρόβια χαρτονομίσματα. (σ. 51)

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, στις αρχές του 2013, ο Σίμος γνωρίζει τη Μαρίνα Λινάρδου. Την ερωτεύεται παράφορα και οι στιχομυθίες μεταξύ τους είναι από τις ωραιότερες του βιβλίου. Η Μαρίνα είναι πνευματώδης, ευφυής και αγαπά εξίσου τη μουσική, είναι πολλά περισσότερα από αντικείμενο του πόθου, είναι αδελφή ψυχή. Ο Σίμος τής εξομολογείται τα σχέδια για τις μελλοντικές του ταινίες και η Μαρίνα τον εμπνέει να μη μείνει κολλημένος στην ιδέα ενός remake της ταινίας Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, του Νίκου Νικολαΐδη. Σε μια σπαρταριστή αφήγηση (σσ. 97-99), ο Σίμος της αφηγείται πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, σε ρόλο Χριστού στον Μυστικό Δείπνο, καλεί τους μουσικούς-μαθητές του για να τους ζητήσει να διαφυλάξουν το έργο του. «Εσείς θα συνεχίσετε το έργο μου, θα κρατήσετε ζωντανή τη μουσική μας αποκρούοντας τις επιθέσεις του προγκρέσιβ, της αμερικάνα, του ελέκτρο, του Μαχαιρίτσα κ.λπ», λέει ο πρίγκιπας του ροκ.

Παρά τις συνεχείς αναφορές στη μουσική, θα ήταν άδικο και απλουστευτικό να περιορίσει κανείς το βιβλίο του Αργυρίου στην κατηγορία «ροκ μυθιστόρημα». Στην πραγματικότητα ο συγγραφέας μιλάει για ανθρώπους που αγαπούν κάτι με πάθος και θέλουν να το μοιραστούν. Για ανθρώπους που προσπαθούν να πείσουν «χωρίς να έχουν κανένα προσωπικό όφελος, επειδή αυτό τους φαινόταν ότι είναι το σωστό, ότι η γνώση πρέπει να μεταδίδεται στις επόμενες γενιές από τις σωστές πηγές» (σ. 187). Και επίσης για αυτούς που, παρά τις αντίξοες συνθήκες (στο τέλος του βιβλίου, ο Σίμος Μπάνσης βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται από μια τραγωδία), συνεχίζουν να ονειρεύονται, επιδιώκοντας παράλληλα ό,τι κάνουν να το κάνουν σωστά. Λέει ο ήρωας στην τελευταία σελίδα του βιβλίου:

Τι ωραιότερο από το να αφηγηθείς τέλεια την ιστορία μιας παρέας δημιουργικών ανθρώπων. Αληθινών ζωντανών ανθρώπων, όχι φανταστικών χαρακτήρων που θα βγουν καρικατούρες. Θα εκμαιεύσω την αλήθεια τους, δεν θα κρύψω τις ασχήμιες δεν θα λειάνω τις αιχμές.

Παρά το όνομά του, που παραπέμπει σε ξωτικό (banshee στα αγγλικό), ο Σίμος αποδεικνύεται ότι δεν είναι ένας ακόμη αθεράπευτα ονειροπόλος που υπερίπταται της ελληνικής πραγματικότητας. Είναι δημιουργικό κομμάτι της. Ευτυχώς.

The Book’s Journal, Τεύχος 43, Μάιος 2014